Κοινωνία Πολιτών και επικαιρότητα: μερικά συμπεράσματα.
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 11/7/2007)
Νισάφι πια με την εκλογολογία του τελευταίου καιρού. Ακούς, βλέπεις ή διαβάζεις τα ΜΜΕ και εξάγεις το συμπέρασμα ότι δεν προβληματίζει τίποτα άλλο τον κόσμο, πέρα από το πότε θα γίνουν οι εκλογές. Μια απίστευτη εκλογοφλυαρία εκπορεύεται από τα κεντρικά ΜΜΕ, και αναπαράγεται ακολούθως στις παρέες και τα καφενεία, με τη κάθε κίνηση του Πρωθυπουργού και των υπουργών του να σταθμίζεται και να ερμηνεύεται από την σκοπιά των επικείμενων εκλογών ενώ κάθε δημόσια εμφάνιση ή περιοδεία υπουργού ή κυβερνητικού βουλευτή να θεωρείται ένδειξη ότι οι εκλογές πλησιάζουν. Έχουν αναπτυχθεί μάλιστα και διάφορες «σχολές», με τη μία να προβλέπει με σιγουριά εκλογές πριν ή μετά τα «μπάνια του λαού», με την άλλη να προβλέπει, με την ίδια βεβαιότητα, εκλογές μετά τη πρωθυπουργική ομιλία στην Έκθεση Θεσσαλονίκης, ενώ μια τρίτη να μην τις «βλέπει» πριν τους πρώτους μήνες του 2008. Και βέβαια, οι καθημερινές σχεδόν δημοσκοπήσεις εντείνουν την εκλογοδιάρροια και φουντώνουν την συζήτηση για τα κόμματα και την τύχη που αυτά θα έχουν. Πως εξηγείται αλήθεια όλη αυτή η εκλογομανία, όπου οι πάντες μιλάνε για τις εκλογές και τη τύχη των κομμάτων; Αντανακλά όλη αυτή η συζήτηση ένα πραγματικό ενδιαφέρον για ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής του τόπου μας ή απλά το ενδιαφέρον τους για το «που το πάει» ο Πρωθυπουργός, το κόμμα του και… το κόμμα τους;
Το θέμα βέβαια των εκλογών ακολουθεί σε χρονολογική σειρά εμφάνισης ένα άλλο, επίσης κατά κόρο, προβαλλόμενο θέμα: αυτό των ομολόγων. Επί δύο μήνες τώρα λες και δεν υπάρχει άλλο θέμα στην καθημερινή ζωή του πολίτη για να τον προβληματίζει, εκτός από αυτό των ομολόγων. Λες και λύθηκαν όλα τα άλλα προβλήματα: στην Παιδεία, στο κοινωνικό κράτος και στην υγεία, στην αγορά εργασίας, στη δημόσια διοίκηση, στο Ασφαλιστικό. Και ασχολούμαστε αποκλειστικά πλέον με τα ομόλογα. Αντανακλά άραγε όλη αυτή η συζήτηση για τα ομόλογα ένα ενδιαφέρον γύρω από την ασκηθείσα χρηματοπιστωτική πολιτική και την διάθεση μας να δημιουργήσουμε καλύτερη δημόσια διοίκηση ή απλά το ενδιαφέρον όλων αυτών που αναπαραγάγουν την «ομολογιάδα» στηρίζεται στην πεποίθηση τους ότι η υπόθεση αυτή συσχετίζεται με τις εκλογές, αφού ανάλογα με την έκβαση της μπορεί να δώσει την νίκη στο ένα ή το άλλο κόμμα;
Και μέσα σε όλα αυτά, έχουμε και το θέμα σχετικά με τη δήλωση «πόθεν έσχες» των βουλευτών μας, που η σοβαρή του πλευρά έκλεισε προτού καν ανοίξει. Ένα θέμα που πλέον σέρνεται στον αφρό της επικαιρότητας ως ρόζ ιστορία, αφού εμφανίζεται ως συζήτηση που έχει ξεπεράσει προ πολλού την πολιτική και έχει ήδη επεκταθεί στα χωράφια της πρώτης της ξαδέλφης - του κουτσομπολιού. Μια συζήτηση που «αναβαθμίζει» τους πολιτικούς σε «αστέρες» και τις ζωές τους σε life-style αναγνώσματα ενός φιλοθεάμονος κοινού: πόσοι από αυτούς έχουν σκάφη, διαμερίσματα στο εξωτερικό, ακριβά αυτοκίνητα κλπ. Όλα αυτά διανθισμένα με τις ανάλογες φωτογραφίες, παρμένες από παπαράτσι, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους αστέρες της show-biz. Αντανακλά όλη αυτή η συζήτηση το ενδιαφέρον μας για την διάφανη άσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος ή απλά αντανακλά την γκλαμουράτη εικόνα που έχουμε για τους πολιτικούς, παρά την υποτιμημένη εκτίμηση της παραγόμενης από αυτούς πολιτικής που έχουμε εν τω μεταξύ αναπτύξει;
Συμβαίνουν όλα αυτά διότι, στην Ελλάδα, ο κομματικοκρατικός χώρος έχει κυριαρχήσει επί των υπολοίπων θεσμικών χώρων (κοινωνία των πολιτών, αγορά) και τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τα κόμματα και τους πολιτικούς. Σε πραγματικά δημοκρατικές χώρες όπως η Βρεττανία, η Σουηδία, η Ελβετία, οι πολιτικοί δεν είναι αστέρες, η πολιτική εστιάζεται σε κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ουσίας και ο δημόσιος χώρος δεν κυριαρχείται από κομματικά κουτσομπολιά και εκλογικές αερολογίες. Στην Ελλάδα που η κοινωνία δεν έχει χειραφετηθεί ακόμα από τα κόμματα φαντάζει αδιανόητο να υπάρξει πρωτοσέλιδο σε εφημερίδα που να μην αναφέρεται σε κόμμα, κομματική δραστηριότητα ή κομματικούς πολιτευτές. Σε πραγματικά δημοκρατικές χώρες σπάνια είναι τέτοια δημοσιεύματα (μονόστιλα τις περισσότερες φορές που μπορούν να βρεθούν στις μέσα σελίδες) ενώ αφθονούν άλλα, που αναφέρονται σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα (περιβάλλον, πείνα κλπ), σε πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών (δραστηριότητες ΜΚΟ) ή σε επιτεύγματα της αγοράς (επενδυτική κίνηση, τραπεζικές προσφορές, διασύνδεση γνώσης και παραγωγής κλπ).
Στην Ελλάδα τα κόμματα και το κομματικοκρατούμενο κράτος έχουν επιβληθεί στους υπόλοιπους θεσμούς της δημόσιας ζωής, και δεν τους επιτρέπουν συνειδητά περιθώρια αυτόνομης ανάπτυξης. Αυτό συνέβαινε πριν τη δικτατορία του ‘67, που οι άνθρωποι ενσωματώνονταν στην πολιτική μέσω ενός πελατειακού συστήματος που είχαν αναπτύξει τα κόμματα (ένας κομματάρχης πάτρωνας-πολλοί ψηφοφόροι), αυτό συνέχισε να συμβαίνει μετά τη μεταπολίτευση του 1974, όταν οι πελατειακές αυτές σχέσεις γραφειοκρατικοποιήθηκαν, (ένας κομματικός μηχανισμός-πάτρωνας συνδέεται με πολλούς πελάτες-ψηφοφόρους), αυτό συνεχίζει να συμβαίνει και σήμερα που τα κόμματα εξουσίας διατηρούν την ισχύ τους στηριζόμενα λιγότερο στην κινητοποίηση των οπαδών τους και περισσότερο στους δεσμούς που ανέπτυξαν εν τω μεταξύ με τον κρατικό μηχανισμό (από τον οποίο αντλούν χρηματικούς και διοικητικούς πόρους) καθώς και στους δεσμούς τους με την κρατική ραδιοτηλεόραση και τα ιδιωτικά έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Έτσι, στην Ελλάδα, στα τέλη του 20ου αιώνα-αρχές του 21ου, τα πολιτικά κόμματα τείνουν προς το μοντέλο των κομμάτων-καρτέλ, ενώ οι υπόλοιποι χώροι και ιδιαίτερα η κοινωνία των πολιτών παραμένει καχεκτική και ατροφική.
Επειδή όμως εγώ θέλω να υποστηρίξω τις πρωτοβουλίες της ατροφικής κοινωνίας των πολιτών, αυτές τις λιγοστές και αδύναμες που εμφανίζονται μέσα από τα ΜΜΕ στην ελληνική κοινωνία, επιτρέψτε μου –πέρα από τις εκλογές, τα ομόλογα και τα σκάφη των βουλευτών- να σας θυμίσω την αυταρχική συμπεριφορά του οικονομικού κεφαλαίου που τιμωρητικά, εκδικητικά και αδίστακτα «καρφώνει» μερικούς από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης του Ξενία, υπονοώντας ότι έχουν αυτοί προβεί σε πολεοδομικές παραβάσεις, με μόνη δικαιολογία το ότι αντιτάχθηκαν στα σχέδια του ανθρώπου με την οικονομική δύναμη και τα πολιτικά μέσα. Το γεγονός αυτό προβλήθηκε από τα τοπικά ΜΜΕ, αλλά πόσα άλλα τέτοια έχουν θαφτεί από τα ΜΜΕ, και μάλιστα τα εθνικά; Έτσι για να μην ξεχνάμε, ξαναανακαλύπτοντας την Αμερική, ότι η ευρωστία της κοινωνίας των πολιτών απειλείται όχι μόνο από την πολιτικοκομματικοκρατική εξουσία και την πολιτισμική-ΜΜΕ εξουσία, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση δύναμης στην άλλη θεσμική σφαίρα, την οικονομική, όπως επίσης και από τις οριζόντιες διασθεσμικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των θεσμικών αυτών σφαιρών. Για να μπορέσουμε λοιπόν, εμείς οι πολίτες να εμπεδώσουμε την αυτονομία μας σε μια σύγχρονη, διαφοροποιημένη κοινωνία, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε όλους τους παραπάνω αυταρχισμούς.
Ν. Μπιλανάκης
3.3.09
Η εξαφάνιση του μυστακοφόρου Homo Syndicalisticus ως προϋπόθεση της αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα.
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 11/1/2007)
Μπαίνω, ήδη καθυστερημένος, στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου με σκοπό να λάβω μέρος στη συγκέντρωση-συζήτηση που διοργανώνει η Ένωση νοσοκομειακών γιατρών, επ’ευκαιρίας ενός θέματος που προέκυψε πρόσφατα με τον αριθμό των εφημεριών των γιατρών. Στην αίθουσα υπάρχουν ήδη 30, το πολύ, άλλοι γιατροί, καθισμένοι στα ορεινά έδρανα, μακριά από το πάλκο όπου έχει στηθεί ένα γραφείο από το οποίο και μιλούσαν δύο μέλη της διοίκησης του σωματείου, με γνωστές δεσμεύσεις με τα κόμματα της αριστεράς. Οι ομιλίες τους αποσκοπούσαν στην πληροφόρηση μας σχετικά με τα τεκταινόμενα για το θέμα, ενώ στο τέλος ακολούθησαν οι αυτονόητες τοποθετήσεις τους ότι «εμείς αντιμαχόμαστε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο…θα αντιπαλέψουμε την αντιδραστική ηγεσία του Υπουργείου…θα απεργήσουμε κλπ».
Αισθάνομαι λύπη αλλά και οργή για την ελάχιστη συμμετοχή των συναδέλφων μου γιατρών στη συζήτηση αυτή, αλλά και για την νοοτροπία που εκπέμπουν οι τοποθετήσεις των μελών της διοίκησης του σωματείου. Κάτι αντίστοιχο ένοιωσα άλλωστε και την προηγούμενη εβδομάδα, συμμετέχοντας σε μια εκδήλωση του Σωματείου Εργαζομένων του Νοσοκομείου μας.
Γιατί άραγε συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι συμμετέχουν στα συνδικαλιστικά τους όργανα; Γιατί οι εργαζόμενοι που αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις στη διοίκηση τους έχουν την ίδια «πολεμική» νοοτροπία και ομιλούν την ίδια ξύλινη γλώσσα; Γιατί πάντα ο λόγος των συνδικαλιστών είναι αντίλογος, αμυντικός και σπασμωδικός και σε πολλές περιπτώσεις παρωχημένος; Χρειάζονται τελικά τα συνδικάτα και ο συνδικαλισμός; Μήπως πρέπει να γίνουν αλλαγές στη μορφή αλλά και στο περιεχόμενο τους; Και τι είδους αλλαγές οφείλουν να γίνουν;
Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την συμβολή του συνδικαλισμού στην ανάπτυξη της κοινωνίας μας. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η γενικευμένη εξαθλίωση της εργατικής τάξης, που χαρακτήριζε την πρώιμη φάση εκβιομηχάνισης της κοινωνίας μας, ανετράπη χάρη στην ανάπτυξη της μαζικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Ήταν οι αγώνες εκείνων των εργατικών συνδικάτων που, εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα, προώθησαν όχι μόνο τα δικαιώματα των βιομηχανικών εργατών αλλά και όλου του εργαζόμενου πληθυσμού - αφού οδήγησαν στην κατάκτηση από μέρους όλου του εργαζόμενου πληθυσμού βασικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (όπως π.χ. η μείωση των ωρών εργασίας, το δικαίωμα στην απεργία, το δικαίωμα της ψήφου) και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας.
Αργότερα, και από η στιγμή που ένας σημαντικός αριθμός από τους στόχους που είχε θέσει το εργατικό κίνημα επιτεύχθηκε, το σφρίγος και ο δυναμισμός του εργατικού κινήματος άρχισε να συρρικνώνεται. Ειδικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1974, τη κατοπινή κατάρρευση των κρατών του «υπαρκτού σοσσιαλισμού» και την επελαύνουσα παγκοσμιοποιήση, καταστάσεις που ώθησαν τις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες να υιοθετήσουν όλο και περισσότερο νεοφιλελεύθερα μοντέλα διακυβέρνησης, το εργατικό κίνημα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε όλο τον κόσμο, μπήκε σε μια νέα φάση. Στις μέρες μας, μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτικής απάθειας και άμβλυνσης της συνδικαλιστικής συμμετοχής, το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να συνεχίσει να πετυχαίνει τους παραδοσιακούς του στόχους, παίρνοντας όμως υπόψη του την αναγκαιότητα διασύνδεσης της εθνικής οικονομίας με την κοινωνική δικαιοσύνη, σε ένα παγκοσμιοποιημένο ανταγωνιστικό κόσμο.
Πως θα γίνει αυτό; Μια πρόταση που έχει ήδη τεθεί είναι η διασύνδεση του συνδικαλιστικού κινήματος με τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα, όπως αυτά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικολογίας αλλά και των πιο σύγχρονων κινητοποιήσεων, τύπου Σιάτλ ή Γένοβας. Μια άλλη πρόταση είναι η επίτευξη συστηματικής συνεργασίας μεταξύ των συνδικάτων σε υπερεθνικό επίπεδο, αφού είναι δεδομένο πια ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αναδεικνύονται θέματα που δεν μπορούν να επιλυθούν στα στενά όρια του έθνους-κράτους, αλλά προϋποθέτουν διεθνείς πρωτοβουλίες. Άλλα μέτρα προς την κατεύθυνση της αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος θα μπορούσαν να ήταν ακόμα η απόκτηση επιπρόσθετων δεξιοτήτων και γνώσεων από μέρους των στελεχών των σωματείων, ούτως ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται πιο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις που προβάλλει το νεωτερικό, εθνικό και διεθνές, περιβάλλον. Ένα ακόμα μέτρο προς την κατεύθυνση της αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος, με ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια που στην πατρίδα μας δεν έχει ακόμα επιτευχθεί η χειραφέτηση της κοινωνίας από τα κόμματα, θα ήταν η αποκομματικοποίηση (και όχι η αποπολιτικοποίηση) των συνδικάτων. Η κομματικοκρατία που θεωρεί τα συνδικάτα είτε ως επέκταση της κρατικής μηχανής (όπως συνέβαινε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60), είτε ως επέκταση των κομμάτων, οφείλει να σταματήσει. Το συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορέσει να ανατρέψει την πτωτική τάση που βιώνει σήμερα και θα μπορέσει να ξαναπαίξει πρωτοποριακό ρόλο στη κοινωνία, μόνο όταν ενταχθεί αυτόνομο και ελεύθερο από κομματικές δεσμεύσεις σε μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, την οποία ακολούθως θα υποστηρίξει μαζί με άλλες άτυπες ή/και τυπικές κοινωνικές συσσωματώσεις (όπως τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, τις Ανεξάρτητες Αρχές κ.α.) ούτως ώστε να ελεγχθούν οι αυθαιρεσίες και του κομματικοκρατικού συστήματος (όπως η διαφθορά, η διαπλοκή, η γραφειοκρατία) και της αγοράς (όπως οι διάφορες μονοπωλιακές καταστάσεις).
Όσον αφορά τα Γιάννενα και τους υγειονομικούς;
Θα ήθελα ένα μαζικό συνδικαλιστικό όργανο όλων των υγειονομικών της Ηπείρου και όχι πολλά αδύνατα συνδικαλιστικά σωματεία-σφραγίδες π.χ. ένα για τους γιατρούς του ΕΣΥ - άλλο για τους Πανεπιστημιακούς, ένα για τους ειδικευόμενους - άλλο για τους ειδικούς, ένα για το Σωματείο των εργαζομένων στο ένα νοσοκομείο - άλλο για τους εργαζομένους στο άλλο Νοσοκομείο κλπ. Πιστεύω επίσης ότι αυτό το συνδικαλιστικό όργανο οφείλει να εκφράζει όχι μόνο τους υγειονομικούς που εργάζονται στο κράτος, αλλά και τους ελευθεροεπαγγελματίες και αυτούς που εργάζονται στον τρίτο τομέα. Θα ήθελα αυτό το μαζικό συνδικαλιστικό όργανο να έχει ήδη επεξεργαστεί, διατυπώσει και προπαγανδίσει μια τεκμηριωμένη, συνολική άποψη για την υγεία (καθώς και για άλλα σχετικά ζητήματα, όπως π.χ. τις ώρες εργασίας των υγειονομικών, τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα κλπ ) με ιδιαίτερη αναφορά στις τοπικές ιδιαιτερότητες και συνθήκες, την οποία μάλιστα να επικαιροποιεί μέσα από σχετικές δραστηριότητες (π.χ. ημερίδες), περιοδικά. Στο εγχείρημα αυτό θεωρώ αυτονόητο ότι θα έπρεπε συνεισφέρουν όχι μόνο τα μέλη αυτού του σωματείου, αλλά και άλλοι, εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, όπως οι φορείς των χρηστών των υπηρεσιών υγείας της περιοχής μας, οι τοπικές επιστημονικές - ιατρικές ή άλλες - εταιρείες, εμπειρογνώμονες από το Ινστιτούτο εργασίας ή από τα πανεπιστήμια, άλλοι πιθανόν αιρετικοί στοχαστές, επιστήμονες ή ακτιβιστές άλλων χωρών-μελών της Ε.Ε. Θα ήθελα ένα συνδικαλιστικό όργανο που θα ήταν ελεύθερο από την κομματικοκρατία (πόσο παρωχημένο και λυπηρό πλέον ακούγεται το κλασσικό παλαιοτέρων εποχών: «τους πήραμε/μας πήρανε τον Σύλλογο»). Θα επιθυμούσα συνδικαλιστικά όργανα στελεχωμένα από ενεργούς πολίτες με πολιτική συνείδηση που θα αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως εκφραστές των συνδικαλισμένων, και όχι από κομματικούς εκπροσώπους που θα αντιλαμβάνονταν τη θητεία τους στο σύλλογο ως ενδιάμεσο προαπαιτούμενο της κομματικο-πολιτικής τους εξέλιξης. Θα επιθυμούσα αυτό το όργανο να αξιολογούσε τον χρόνο των μελών του περισσότερο και να υιοθετούσε, στην εποχή της πληροφορικής που ζούμε, σύγχρονες μορφές (αλληλο)ενημέρωσης, όπως π.χ. το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τα blogs. Θα ήθελα αυτό το όργανο να μπορούσε όχι μόνο να απαιτεί δικαιώματα για τα μέλη του, αλλά και να επιβάλλει την υιοθέτηση βέλτιστων συμπεριφορών από αυτά. Θα ήθελα αυτό το όργανο να είχε απόψεις, τις οποίες και θα υποστήριζε δημοσίως, για διάφορα γενικότερα ζητήματα που έχουν σχέση με την ποιότητα ζωής των μελών του αλλά και των κατοίκων της υποβαθμισμένης περιβαλλοντολογικά, συγκοινωνιακά και πολεοδομικά μικρής μας πόλης.
Ένα τέτοιο συνδικαλιστικό όργανο θα ήταν χρήσιμο στα μέλη του και στην ευρύτερη κοινωνία και για το λόγο αυτό θα τύχαινε μεγαλύτερης συμμετοχής και υποστήριξης από αυτούς. Η αλλαγή των συνδικαλιστικών οργάνων προς την κατεύθυνση που περιέγραψα αποτελεί μια ακόμα πρόκληση των ημερών μας, ενώ η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης συντελεί στη ταχύτερη απαξίωση τους και επαυξάνει το δημοκρατικό μας έλλειμμα.
Ν. Μπιλανάκης
Γιατρός
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 11/1/2007)
Μπαίνω, ήδη καθυστερημένος, στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου με σκοπό να λάβω μέρος στη συγκέντρωση-συζήτηση που διοργανώνει η Ένωση νοσοκομειακών γιατρών, επ’ευκαιρίας ενός θέματος που προέκυψε πρόσφατα με τον αριθμό των εφημεριών των γιατρών. Στην αίθουσα υπάρχουν ήδη 30, το πολύ, άλλοι γιατροί, καθισμένοι στα ορεινά έδρανα, μακριά από το πάλκο όπου έχει στηθεί ένα γραφείο από το οποίο και μιλούσαν δύο μέλη της διοίκησης του σωματείου, με γνωστές δεσμεύσεις με τα κόμματα της αριστεράς. Οι ομιλίες τους αποσκοπούσαν στην πληροφόρηση μας σχετικά με τα τεκταινόμενα για το θέμα, ενώ στο τέλος ακολούθησαν οι αυτονόητες τοποθετήσεις τους ότι «εμείς αντιμαχόμαστε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο…θα αντιπαλέψουμε την αντιδραστική ηγεσία του Υπουργείου…θα απεργήσουμε κλπ».
Αισθάνομαι λύπη αλλά και οργή για την ελάχιστη συμμετοχή των συναδέλφων μου γιατρών στη συζήτηση αυτή, αλλά και για την νοοτροπία που εκπέμπουν οι τοποθετήσεις των μελών της διοίκησης του σωματείου. Κάτι αντίστοιχο ένοιωσα άλλωστε και την προηγούμενη εβδομάδα, συμμετέχοντας σε μια εκδήλωση του Σωματείου Εργαζομένων του Νοσοκομείου μας.
Γιατί άραγε συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι συμμετέχουν στα συνδικαλιστικά τους όργανα; Γιατί οι εργαζόμενοι που αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις στη διοίκηση τους έχουν την ίδια «πολεμική» νοοτροπία και ομιλούν την ίδια ξύλινη γλώσσα; Γιατί πάντα ο λόγος των συνδικαλιστών είναι αντίλογος, αμυντικός και σπασμωδικός και σε πολλές περιπτώσεις παρωχημένος; Χρειάζονται τελικά τα συνδικάτα και ο συνδικαλισμός; Μήπως πρέπει να γίνουν αλλαγές στη μορφή αλλά και στο περιεχόμενο τους; Και τι είδους αλλαγές οφείλουν να γίνουν;
Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την συμβολή του συνδικαλισμού στην ανάπτυξη της κοινωνίας μας. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η γενικευμένη εξαθλίωση της εργατικής τάξης, που χαρακτήριζε την πρώιμη φάση εκβιομηχάνισης της κοινωνίας μας, ανετράπη χάρη στην ανάπτυξη της μαζικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Ήταν οι αγώνες εκείνων των εργατικών συνδικάτων που, εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα, προώθησαν όχι μόνο τα δικαιώματα των βιομηχανικών εργατών αλλά και όλου του εργαζόμενου πληθυσμού - αφού οδήγησαν στην κατάκτηση από μέρους όλου του εργαζόμενου πληθυσμού βασικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (όπως π.χ. η μείωση των ωρών εργασίας, το δικαίωμα στην απεργία, το δικαίωμα της ψήφου) και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας.
Αργότερα, και από η στιγμή που ένας σημαντικός αριθμός από τους στόχους που είχε θέσει το εργατικό κίνημα επιτεύχθηκε, το σφρίγος και ο δυναμισμός του εργατικού κινήματος άρχισε να συρρικνώνεται. Ειδικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1974, τη κατοπινή κατάρρευση των κρατών του «υπαρκτού σοσσιαλισμού» και την επελαύνουσα παγκοσμιοποιήση, καταστάσεις που ώθησαν τις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες να υιοθετήσουν όλο και περισσότερο νεοφιλελεύθερα μοντέλα διακυβέρνησης, το εργατικό κίνημα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε όλο τον κόσμο, μπήκε σε μια νέα φάση. Στις μέρες μας, μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτικής απάθειας και άμβλυνσης της συνδικαλιστικής συμμετοχής, το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να συνεχίσει να πετυχαίνει τους παραδοσιακούς του στόχους, παίρνοντας όμως υπόψη του την αναγκαιότητα διασύνδεσης της εθνικής οικονομίας με την κοινωνική δικαιοσύνη, σε ένα παγκοσμιοποιημένο ανταγωνιστικό κόσμο.
Πως θα γίνει αυτό; Μια πρόταση που έχει ήδη τεθεί είναι η διασύνδεση του συνδικαλιστικού κινήματος με τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα, όπως αυτά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικολογίας αλλά και των πιο σύγχρονων κινητοποιήσεων, τύπου Σιάτλ ή Γένοβας. Μια άλλη πρόταση είναι η επίτευξη συστηματικής συνεργασίας μεταξύ των συνδικάτων σε υπερεθνικό επίπεδο, αφού είναι δεδομένο πια ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αναδεικνύονται θέματα που δεν μπορούν να επιλυθούν στα στενά όρια του έθνους-κράτους, αλλά προϋποθέτουν διεθνείς πρωτοβουλίες. Άλλα μέτρα προς την κατεύθυνση της αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος θα μπορούσαν να ήταν ακόμα η απόκτηση επιπρόσθετων δεξιοτήτων και γνώσεων από μέρους των στελεχών των σωματείων, ούτως ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται πιο αποτελεσματικά στις απαιτήσεις που προβάλλει το νεωτερικό, εθνικό και διεθνές, περιβάλλον. Ένα ακόμα μέτρο προς την κατεύθυνση της αναζωογόνησης του συνδικαλιστικού κινήματος, με ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια που στην πατρίδα μας δεν έχει ακόμα επιτευχθεί η χειραφέτηση της κοινωνίας από τα κόμματα, θα ήταν η αποκομματικοποίηση (και όχι η αποπολιτικοποίηση) των συνδικάτων. Η κομματικοκρατία που θεωρεί τα συνδικάτα είτε ως επέκταση της κρατικής μηχανής (όπως συνέβαινε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60), είτε ως επέκταση των κομμάτων, οφείλει να σταματήσει. Το συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορέσει να ανατρέψει την πτωτική τάση που βιώνει σήμερα και θα μπορέσει να ξαναπαίξει πρωτοποριακό ρόλο στη κοινωνία, μόνο όταν ενταχθεί αυτόνομο και ελεύθερο από κομματικές δεσμεύσεις σε μια ισχυρή κοινωνία των πολιτών, την οποία ακολούθως θα υποστηρίξει μαζί με άλλες άτυπες ή/και τυπικές κοινωνικές συσσωματώσεις (όπως τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, τις Ανεξάρτητες Αρχές κ.α.) ούτως ώστε να ελεγχθούν οι αυθαιρεσίες και του κομματικοκρατικού συστήματος (όπως η διαφθορά, η διαπλοκή, η γραφειοκρατία) και της αγοράς (όπως οι διάφορες μονοπωλιακές καταστάσεις).
Όσον αφορά τα Γιάννενα και τους υγειονομικούς;
Θα ήθελα ένα μαζικό συνδικαλιστικό όργανο όλων των υγειονομικών της Ηπείρου και όχι πολλά αδύνατα συνδικαλιστικά σωματεία-σφραγίδες π.χ. ένα για τους γιατρούς του ΕΣΥ - άλλο για τους Πανεπιστημιακούς, ένα για τους ειδικευόμενους - άλλο για τους ειδικούς, ένα για το Σωματείο των εργαζομένων στο ένα νοσοκομείο - άλλο για τους εργαζομένους στο άλλο Νοσοκομείο κλπ. Πιστεύω επίσης ότι αυτό το συνδικαλιστικό όργανο οφείλει να εκφράζει όχι μόνο τους υγειονομικούς που εργάζονται στο κράτος, αλλά και τους ελευθεροεπαγγελματίες και αυτούς που εργάζονται στον τρίτο τομέα. Θα ήθελα αυτό το μαζικό συνδικαλιστικό όργανο να έχει ήδη επεξεργαστεί, διατυπώσει και προπαγανδίσει μια τεκμηριωμένη, συνολική άποψη για την υγεία (καθώς και για άλλα σχετικά ζητήματα, όπως π.χ. τις ώρες εργασίας των υγειονομικών, τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα κλπ ) με ιδιαίτερη αναφορά στις τοπικές ιδιαιτερότητες και συνθήκες, την οποία μάλιστα να επικαιροποιεί μέσα από σχετικές δραστηριότητες (π.χ. ημερίδες), περιοδικά. Στο εγχείρημα αυτό θεωρώ αυτονόητο ότι θα έπρεπε συνεισφέρουν όχι μόνο τα μέλη αυτού του σωματείου, αλλά και άλλοι, εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, όπως οι φορείς των χρηστών των υπηρεσιών υγείας της περιοχής μας, οι τοπικές επιστημονικές - ιατρικές ή άλλες - εταιρείες, εμπειρογνώμονες από το Ινστιτούτο εργασίας ή από τα πανεπιστήμια, άλλοι πιθανόν αιρετικοί στοχαστές, επιστήμονες ή ακτιβιστές άλλων χωρών-μελών της Ε.Ε. Θα ήθελα ένα συνδικαλιστικό όργανο που θα ήταν ελεύθερο από την κομματικοκρατία (πόσο παρωχημένο και λυπηρό πλέον ακούγεται το κλασσικό παλαιοτέρων εποχών: «τους πήραμε/μας πήρανε τον Σύλλογο»). Θα επιθυμούσα συνδικαλιστικά όργανα στελεχωμένα από ενεργούς πολίτες με πολιτική συνείδηση που θα αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως εκφραστές των συνδικαλισμένων, και όχι από κομματικούς εκπροσώπους που θα αντιλαμβάνονταν τη θητεία τους στο σύλλογο ως ενδιάμεσο προαπαιτούμενο της κομματικο-πολιτικής τους εξέλιξης. Θα επιθυμούσα αυτό το όργανο να αξιολογούσε τον χρόνο των μελών του περισσότερο και να υιοθετούσε, στην εποχή της πληροφορικής που ζούμε, σύγχρονες μορφές (αλληλο)ενημέρωσης, όπως π.χ. το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τα blogs. Θα ήθελα αυτό το όργανο να μπορούσε όχι μόνο να απαιτεί δικαιώματα για τα μέλη του, αλλά και να επιβάλλει την υιοθέτηση βέλτιστων συμπεριφορών από αυτά. Θα ήθελα αυτό το όργανο να είχε απόψεις, τις οποίες και θα υποστήριζε δημοσίως, για διάφορα γενικότερα ζητήματα που έχουν σχέση με την ποιότητα ζωής των μελών του αλλά και των κατοίκων της υποβαθμισμένης περιβαλλοντολογικά, συγκοινωνιακά και πολεοδομικά μικρής μας πόλης.
Ένα τέτοιο συνδικαλιστικό όργανο θα ήταν χρήσιμο στα μέλη του και στην ευρύτερη κοινωνία και για το λόγο αυτό θα τύχαινε μεγαλύτερης συμμετοχής και υποστήριξης από αυτούς. Η αλλαγή των συνδικαλιστικών οργάνων προς την κατεύθυνση που περιέγραψα αποτελεί μια ακόμα πρόκληση των ημερών μας, ενώ η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης συντελεί στη ταχύτερη απαξίωση τους και επαυξάνει το δημοκρατικό μας έλλειμμα.
Ν. Μπιλανάκης
Γιατρός
Η επέλαση των προσοδοθήρων[1], κοινώς λαμογίων:
μερικές σκέψεις για το φαινόμενο.
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 18/4/2007)
Κάθε φορά που ένα κρούσμα διαφθοράς επαναβεβαιώνει το γεγονός πως η Ελλάδα είναι σταθερά ένα από τα πιο διεφθαρμένα κράτη στην Ευρώπη, ανοίγει στη χώρα μας ο γνωστός πλέον κύκλος της σκανδαλολογίας. Ο κύκλος αυτός χαρακτηρίζεται από ένα άφθονο και αδιέξοδο χορό κατηγοριών που αλληλοεκτοξεύουν μεταξύ τους τα κόμματα, συνεπικουρούμενα από τα ΜΜΕ, ο οποίος όμως διαρκεί ελάχιστα, για να ξαναξεκινήσει ίδιος και απαράλλαχτος αμέσως μόλις εμφανιστεί ένα καινούργιο κρούσμα διαφθοράς.
Στο μυαλό κάποιων από όλους αυτούς επικρατεί η ηθικολογική αντίληψη της διαφθοράς. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα που ανάγεται στην ίδια την φύση των ανθρώπων. Θεωρείται δηλαδή ότι η ηθική (ή η ανηθικότητα) υπάρχει ως ψυχική προδιάθεση στους ανθρώπους και εκδηλώνεται κατά περίπτωση. Έτσι, αν έχουν αυτή ή την άλλη ψυχική προδιάθεση, οι άνθρωποι κατατάσσονται σε ηθικούς-ανήθικους, καλούς-κακούς, διεφθαρμένους-αδιάφθορους. Η ηθικολογική αυτή αντίληψη σε μερικούς έχει προχωρήσει ακόμα παραπάνω, με αποτέλεσμα να συνδέουν την ψυχική προδιάθεση με την κομματική τοποθέτηση. Έτσι, οι έχοντες ψυχική προδιάθεση ανηθικότητας ανήκουν, σύμφωνα με τα τελευταίως κρατούντα, στο ΠΑΣΟΚ, ενώ οι έχοντες ψυχική προδιάθεση εντιμότητας ανήκουν στη Ν.Δ. Σύμφωνα με αυτή την ηθικολογική αντίληψη περί διαφθοράς, και στο βαθμό που η διαφθορά ανάγεται στην φύση των ανθρώπων, οποιαδήποτε σκέψη ή απόπειρα δράσης αντιμετώπισης της θα αποβαίνει μάταια και άκαρπος αφού δεν μπορεί να αλλάξει η φύση των ανθρώπων. Εξ αυτής της αντίληψης, επίσης, απορρέει και το «δικαστικό» μοντέλο αντιμετώπισης της διαφθοράς, σύμφωνα με το οποίο, το μόνο που χρειάζεται για να αντιμετωπισθεί η διαφθορά είναι να τιμωρούνται οι ανήθικοι-κατά τεκμήριο οι ΠΑΣΟΚοι, και να αμείβονται οι ηθικοί-κατά τεκμήριο οι ΝΔάτες.
Εμείς όμως πιστεύουμε ότι η διαφθορά δεν σχετίζεται με τη φύση των ανθρώπων, αλλά με τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται. Ειδικά στην Ελλάδα, η διαφθορά αποτελεί σύμπτωμα του στρεβλού παραγωγικού και διοικητικού μοντέλου που ιστορικά κυριάρχησε. Είναι η μοιραία παρενέργεια του κρατισμού και της κομματοκρατίας. Σχετίζεται με παγιωμένες συμπεριφορές και συμφέροντα που αρθρώνονται γύρω από το πανίσχυρο σύμπλεγμα κράτους-κόμματος που κυριαρχεί συντριπτικά πάνω στην κοινωνία και διαμορφώνει εξ αντικειμένου σχέσεις εξάρτησης με τους πολίτες. Γι’ αυτό και η διαφθορά υπήρχε επί ΠΑΣΟΚ και εξακολουθεί να υπάρχει επί Ν.Δ.
Και εξηγούμαι: Παραδοσιακά στην Ελλάδα, και μέχρι τη δικτατορία, οι άνθρωποι ενσωματώνονταν στην πολιτική μέσω ενός πελατειακού συστήματος που είχαν αναπτύξει τα κόμματα (ένας κομματάρχης πάτρωνας-πολλοί ψηφοφόροι). Μετά τη Μεταπολίτευση, οι κομματικοί σχηματισμοί μαζικοποιήθηκαν, αλλά δεν εκδημοκρατίσθηκαν – δεν έχασαν δηλαδή τα πελατειακά χαρακτηριστικά τους. Αργότερα, με την οικονομική ανάπτυξη, οι κρατικοί πόροι αυξήθηκαν γεωμετρικά και το εκάστοτε κυβερνών κόμμα έφτασε να είναι σε ακόμη καλύτερη θέση να εμπεδώσει και να επεκτείνει την εκλογική του βάση μέσω της συστηματικής πατρωνίας. Ειδικά τα κόμματα εξουσίας διατήρησαν την ισχύ τους στηριζόμενα πλέον, όχι τόσο στην κινητοποίηση των οπαδών τους, όσο στους δεσμούς που εντωμεταξύ ανέπτυξαν με τον κρατικό μηχανισμό (από τον οποίο αντλούν χρηματικούς και διοικητικούς πόρους), καθώς και στους δεσμούς με τα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Έτσι, στην Ελλάδα των αρχών του 21ου, που τα πολιτικά κόμματα τείνουν προς το μοντέλο των κομμάτων-καρτέλ και η κοινωνία πολιτών παραμένει καχεκτική και ατροφική, οι υπόγειες παράνομες διασυνδέσεις μεταξύ κομματικών στελεχών – ανώτερων δημοσίων λειτουργών και ιδιωτών/επιχειρηματιών πολλαπλασιάζονται σε βάρος όλων αυτών που βρίσκονται εκτός πελατειακών κυκλωμάτων. Μάλιστα, επειδή η διαφθορά δεν είναι κοινωνικά ουδέτερο μέγεθος, όσο πιο φυγόκεντρη είναι η σχέση κάποιου από το κομματικο-κρατικό πυρήνα, τόσο περισσότερο οικονομικά και κοινωνικά αδύναμος θα είναι αυτός, και τόσο πιο πολύ θα του «στοιχίζει» η διαφθορά. Και όσο πιο απροστάτευτος αισθάνεται κανείς απέναντι στο χάος μιας διεφθαρμένης διοίκησης, τόσο περισσότερο θα απαξιώνει τις δυνάμεις που την συντηρούν, δηλαδή τη δημοκρατία και τα κόμματα της.
Η διαφθορά λοιπόν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευχέλαια και πύρινους λόγους αλλά με συγκεκριμένες δράσεις και μεταρρυθμίσεις. Αυτό δεν φαίνεται να είναι κατανοητό από όλους που ασκούν αντιπολίτευση. Ορισμένοι μάλιστα από το ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι οι αποκαλύψεις περί διαφθοράς τους δίνουν την ευκαιρία να ηθικολογήσουν τώρα, και αυτοί με τη σειρά τους, ανταποδίδοντας τα ίσα στη Ν.Δ. Κάνουν λάθος. Το πολύ-πολύ να πείσουν τους πολίτες για ίση διαφθορά και ίση υποκρισία. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ταυτοχρόνως κάμψη της ΝΔ και αδυναμία ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύουν τα αδιέξοδα της ηθικολογίας από οπουδήποτε και αν εκπορεύεται.
Ο περιορισμός της διαφθοράς ως γενικού φαινομένου, είναι δυνατός μόνο μέσω ενός πλέγματος μεταρρυθμίσεων, που θα ανατρέψουν την κατεστημένη καθυστέρηση και θα εκσυγχρονίσουν τις δομές και τις λειτουργίες κράτους, κομμάτων, κοινωνίας. Συνακόλουθα με όλα αυτά, πρέπει να παρθούν και άλλα επιμέρους μέτρα, όπως η αντιμετώπιση της υψηλής διαφθοράς ως κατεξοχήν οργανωμένο έγκλημα και άρα η αντιμετώπιση των εμπλεκομένων σε αυτή ως κοινών εγκληματιών (με άρση της βουλευτικής ασυλίας), η ανάληψη του βάρους της μάχης κατά της διαφθοράς από τους ίδιους τους πολιτικούς (με τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων, την αλλαγή του εκλογικού συστήματος με κατάργηση του σταυρού προτίμησης, κλπ), η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου ανεξαρτήτων από το κομματικοκρατικό σύστημα (με τη δημιουργία Ανεξάρτητων Αρχών ή υιοθέτησης του μηχανισμού των εξωτερικών ελέγχων), η άρση του φορολογικού απορρήτου, η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης όλων των δημοσίων οργανισμών / επιχειρήσεων να δημοσιεύουν ισολογισμό, η θεσμοθέτηση μεγαλύτερης διαφάνειας στον χώρο των ΜΜΕ κ.α.
Στη χώρα μας αγαπάμε την πατρίδα μας κατά έναν γενικό, αφηρημένο τρόπο. Όταν όμως ως πολίτες βρισκόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένα προβλήματα που αφορούν το κοινωνικό σύνολο, η λύση των οποίων απαιτεί συμμόρφωση σε βασικούς κανόνες συμπεριφοράς τότε η αγάπη στη πατρίδα μας εξαφανίζεται. Από την έλλειψη σεβασμού για το περιβάλλον ως τη συχνή εμπλοκή μας σε ρουσφετολογικού τύπου μικροσυναλλαγές - όλοι μας λίγο-πολύ συμπεριφερόμαστε κατά τρόπο που αναπαράγει τα πελατειακά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Οι επιμεριστικές συμπεριφορές μας, που αποτελούν συστατικό στοιχείο της πολιτικής μας κουλτούρας (και που έχουν εν μέρει τις ρίζες τους στην οθωμανική κληρονομιά), δεν αλλάζουν βέβαια από τη μια μέρα στην άλλη. Μπορεί όμως να αλλάξουν σταδιακά μέσω της εκπαίδευσης. Μέσω της εσωτερίκευσης αξιών και κανόνων που συνδέονται με αυτό που οι αγγλοσάξονες ονομάζουν civic spirit: την νοοτροπία δηλαδή εκείνη που χαρακτηρίζεται από σεβασμό στη δημοκρατία, από ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα αλλά και μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από κοινωνικές και οικολογικές ευαισθησίες.
Ν. Μπιλανάκης
Γιατρός
Υ.Γ. Βασισμένο σε κείμενα των Θ. Πελαγίδη, Ν. Μουζέλη, Γ. Καρυπίδη, Μ. Χρυσοχοίδη και Η. Μοσκώφ.
[1] Προσοδοθήρες: Αυτοί που ζουν για να κυνηγούν το χρήμα που έχουν παραγάγει κάποιοι άλλοι. Δουλειά δύσκολη, απαιτεί εξάσκηση στους ελιγμούς, στη μυστικότητα, στην απόσπαση εισοδήματος. Συνήθως η δουλειά απαιτεί συνεργασία κατά -προσοδοθηρικές- ομάδες ώστε να υπάρχει αποδοτικότητα και αποτέλεσμα. Όπως και με τη μαφία, είναι σημαντικές οι συγγενικές σχέσεις ή οι σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
μερικές σκέψεις για το φαινόμενο.
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 18/4/2007)
Κάθε φορά που ένα κρούσμα διαφθοράς επαναβεβαιώνει το γεγονός πως η Ελλάδα είναι σταθερά ένα από τα πιο διεφθαρμένα κράτη στην Ευρώπη, ανοίγει στη χώρα μας ο γνωστός πλέον κύκλος της σκανδαλολογίας. Ο κύκλος αυτός χαρακτηρίζεται από ένα άφθονο και αδιέξοδο χορό κατηγοριών που αλληλοεκτοξεύουν μεταξύ τους τα κόμματα, συνεπικουρούμενα από τα ΜΜΕ, ο οποίος όμως διαρκεί ελάχιστα, για να ξαναξεκινήσει ίδιος και απαράλλαχτος αμέσως μόλις εμφανιστεί ένα καινούργιο κρούσμα διαφθοράς.
Στο μυαλό κάποιων από όλους αυτούς επικρατεί η ηθικολογική αντίληψη της διαφθοράς. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα που ανάγεται στην ίδια την φύση των ανθρώπων. Θεωρείται δηλαδή ότι η ηθική (ή η ανηθικότητα) υπάρχει ως ψυχική προδιάθεση στους ανθρώπους και εκδηλώνεται κατά περίπτωση. Έτσι, αν έχουν αυτή ή την άλλη ψυχική προδιάθεση, οι άνθρωποι κατατάσσονται σε ηθικούς-ανήθικους, καλούς-κακούς, διεφθαρμένους-αδιάφθορους. Η ηθικολογική αυτή αντίληψη σε μερικούς έχει προχωρήσει ακόμα παραπάνω, με αποτέλεσμα να συνδέουν την ψυχική προδιάθεση με την κομματική τοποθέτηση. Έτσι, οι έχοντες ψυχική προδιάθεση ανηθικότητας ανήκουν, σύμφωνα με τα τελευταίως κρατούντα, στο ΠΑΣΟΚ, ενώ οι έχοντες ψυχική προδιάθεση εντιμότητας ανήκουν στη Ν.Δ. Σύμφωνα με αυτή την ηθικολογική αντίληψη περί διαφθοράς, και στο βαθμό που η διαφθορά ανάγεται στην φύση των ανθρώπων, οποιαδήποτε σκέψη ή απόπειρα δράσης αντιμετώπισης της θα αποβαίνει μάταια και άκαρπος αφού δεν μπορεί να αλλάξει η φύση των ανθρώπων. Εξ αυτής της αντίληψης, επίσης, απορρέει και το «δικαστικό» μοντέλο αντιμετώπισης της διαφθοράς, σύμφωνα με το οποίο, το μόνο που χρειάζεται για να αντιμετωπισθεί η διαφθορά είναι να τιμωρούνται οι ανήθικοι-κατά τεκμήριο οι ΠΑΣΟΚοι, και να αμείβονται οι ηθικοί-κατά τεκμήριο οι ΝΔάτες.
Εμείς όμως πιστεύουμε ότι η διαφθορά δεν σχετίζεται με τη φύση των ανθρώπων, αλλά με τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται. Ειδικά στην Ελλάδα, η διαφθορά αποτελεί σύμπτωμα του στρεβλού παραγωγικού και διοικητικού μοντέλου που ιστορικά κυριάρχησε. Είναι η μοιραία παρενέργεια του κρατισμού και της κομματοκρατίας. Σχετίζεται με παγιωμένες συμπεριφορές και συμφέροντα που αρθρώνονται γύρω από το πανίσχυρο σύμπλεγμα κράτους-κόμματος που κυριαρχεί συντριπτικά πάνω στην κοινωνία και διαμορφώνει εξ αντικειμένου σχέσεις εξάρτησης με τους πολίτες. Γι’ αυτό και η διαφθορά υπήρχε επί ΠΑΣΟΚ και εξακολουθεί να υπάρχει επί Ν.Δ.
Και εξηγούμαι: Παραδοσιακά στην Ελλάδα, και μέχρι τη δικτατορία, οι άνθρωποι ενσωματώνονταν στην πολιτική μέσω ενός πελατειακού συστήματος που είχαν αναπτύξει τα κόμματα (ένας κομματάρχης πάτρωνας-πολλοί ψηφοφόροι). Μετά τη Μεταπολίτευση, οι κομματικοί σχηματισμοί μαζικοποιήθηκαν, αλλά δεν εκδημοκρατίσθηκαν – δεν έχασαν δηλαδή τα πελατειακά χαρακτηριστικά τους. Αργότερα, με την οικονομική ανάπτυξη, οι κρατικοί πόροι αυξήθηκαν γεωμετρικά και το εκάστοτε κυβερνών κόμμα έφτασε να είναι σε ακόμη καλύτερη θέση να εμπεδώσει και να επεκτείνει την εκλογική του βάση μέσω της συστηματικής πατρωνίας. Ειδικά τα κόμματα εξουσίας διατήρησαν την ισχύ τους στηριζόμενα πλέον, όχι τόσο στην κινητοποίηση των οπαδών τους, όσο στους δεσμούς που εντωμεταξύ ανέπτυξαν με τον κρατικό μηχανισμό (από τον οποίο αντλούν χρηματικούς και διοικητικούς πόρους), καθώς και στους δεσμούς με τα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Έτσι, στην Ελλάδα των αρχών του 21ου, που τα πολιτικά κόμματα τείνουν προς το μοντέλο των κομμάτων-καρτέλ και η κοινωνία πολιτών παραμένει καχεκτική και ατροφική, οι υπόγειες παράνομες διασυνδέσεις μεταξύ κομματικών στελεχών – ανώτερων δημοσίων λειτουργών και ιδιωτών/επιχειρηματιών πολλαπλασιάζονται σε βάρος όλων αυτών που βρίσκονται εκτός πελατειακών κυκλωμάτων. Μάλιστα, επειδή η διαφθορά δεν είναι κοινωνικά ουδέτερο μέγεθος, όσο πιο φυγόκεντρη είναι η σχέση κάποιου από το κομματικο-κρατικό πυρήνα, τόσο περισσότερο οικονομικά και κοινωνικά αδύναμος θα είναι αυτός, και τόσο πιο πολύ θα του «στοιχίζει» η διαφθορά. Και όσο πιο απροστάτευτος αισθάνεται κανείς απέναντι στο χάος μιας διεφθαρμένης διοίκησης, τόσο περισσότερο θα απαξιώνει τις δυνάμεις που την συντηρούν, δηλαδή τη δημοκρατία και τα κόμματα της.
Η διαφθορά λοιπόν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευχέλαια και πύρινους λόγους αλλά με συγκεκριμένες δράσεις και μεταρρυθμίσεις. Αυτό δεν φαίνεται να είναι κατανοητό από όλους που ασκούν αντιπολίτευση. Ορισμένοι μάλιστα από το ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι οι αποκαλύψεις περί διαφθοράς τους δίνουν την ευκαιρία να ηθικολογήσουν τώρα, και αυτοί με τη σειρά τους, ανταποδίδοντας τα ίσα στη Ν.Δ. Κάνουν λάθος. Το πολύ-πολύ να πείσουν τους πολίτες για ίση διαφθορά και ίση υποκρισία. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ταυτοχρόνως κάμψη της ΝΔ και αδυναμία ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύουν τα αδιέξοδα της ηθικολογίας από οπουδήποτε και αν εκπορεύεται.
Ο περιορισμός της διαφθοράς ως γενικού φαινομένου, είναι δυνατός μόνο μέσω ενός πλέγματος μεταρρυθμίσεων, που θα ανατρέψουν την κατεστημένη καθυστέρηση και θα εκσυγχρονίσουν τις δομές και τις λειτουργίες κράτους, κομμάτων, κοινωνίας. Συνακόλουθα με όλα αυτά, πρέπει να παρθούν και άλλα επιμέρους μέτρα, όπως η αντιμετώπιση της υψηλής διαφθοράς ως κατεξοχήν οργανωμένο έγκλημα και άρα η αντιμετώπιση των εμπλεκομένων σε αυτή ως κοινών εγκληματιών (με άρση της βουλευτικής ασυλίας), η ανάληψη του βάρους της μάχης κατά της διαφθοράς από τους ίδιους τους πολιτικούς (με τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων, την αλλαγή του εκλογικού συστήματος με κατάργηση του σταυρού προτίμησης, κλπ), η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου ανεξαρτήτων από το κομματικοκρατικό σύστημα (με τη δημιουργία Ανεξάρτητων Αρχών ή υιοθέτησης του μηχανισμού των εξωτερικών ελέγχων), η άρση του φορολογικού απορρήτου, η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης όλων των δημοσίων οργανισμών / επιχειρήσεων να δημοσιεύουν ισολογισμό, η θεσμοθέτηση μεγαλύτερης διαφάνειας στον χώρο των ΜΜΕ κ.α.
Στη χώρα μας αγαπάμε την πατρίδα μας κατά έναν γενικό, αφηρημένο τρόπο. Όταν όμως ως πολίτες βρισκόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένα προβλήματα που αφορούν το κοινωνικό σύνολο, η λύση των οποίων απαιτεί συμμόρφωση σε βασικούς κανόνες συμπεριφοράς τότε η αγάπη στη πατρίδα μας εξαφανίζεται. Από την έλλειψη σεβασμού για το περιβάλλον ως τη συχνή εμπλοκή μας σε ρουσφετολογικού τύπου μικροσυναλλαγές - όλοι μας λίγο-πολύ συμπεριφερόμαστε κατά τρόπο που αναπαράγει τα πελατειακά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Οι επιμεριστικές συμπεριφορές μας, που αποτελούν συστατικό στοιχείο της πολιτικής μας κουλτούρας (και που έχουν εν μέρει τις ρίζες τους στην οθωμανική κληρονομιά), δεν αλλάζουν βέβαια από τη μια μέρα στην άλλη. Μπορεί όμως να αλλάξουν σταδιακά μέσω της εκπαίδευσης. Μέσω της εσωτερίκευσης αξιών και κανόνων που συνδέονται με αυτό που οι αγγλοσάξονες ονομάζουν civic spirit: την νοοτροπία δηλαδή εκείνη που χαρακτηρίζεται από σεβασμό στη δημοκρατία, από ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα αλλά και μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από κοινωνικές και οικολογικές ευαισθησίες.
Ν. Μπιλανάκης
Γιατρός
Υ.Γ. Βασισμένο σε κείμενα των Θ. Πελαγίδη, Ν. Μουζέλη, Γ. Καρυπίδη, Μ. Χρυσοχοίδη και Η. Μοσκώφ.
[1] Προσοδοθήρες: Αυτοί που ζουν για να κυνηγούν το χρήμα που έχουν παραγάγει κάποιοι άλλοι. Δουλειά δύσκολη, απαιτεί εξάσκηση στους ελιγμούς, στη μυστικότητα, στην απόσπαση εισοδήματος. Συνήθως η δουλειά απαιτεί συνεργασία κατά -προσοδοθηρικές- ομάδες ώστε να υπάρχει αποδοτικότητα και αποτέλεσμα. Όπως και με τη μαφία, είναι σημαντικές οι συγγενικές σχέσεις ή οι σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
ΠΑΝΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 9/5/2007)
Το παραπάνω σύνθημα φώναζαν οι Γάλλοι διαδηλωτές, έμπλεοι αγανάκτησης, την νύχτα που εκλέχτηκε ο κ. Σαρκοζί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Το σύνθημα αυτό, κατά τη γνώμη μου αναδεικνύει όχι μόνο την αιτία των διαμαρτυριών τους αλλά και συμβολοποιεί όλη την ουσία του πολιτικού προβλήματος που εμφανίζουν σήμερα όλες οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.
Αυτό που «λένε» οι Γάλλοι φωνάζοντας το παραπάνω σύνθημα είναι ότι για να αποτελέσει η δημοκρατία ικανοποιητικό πολιτικό περιβάλλον χρειάζονται πολύ περισσότερα από κόμματα, υποψηφίους και εκλογές. Χρειάζεται κυρίως να ενυπάρχει στους πολίτες η βασική αίσθηση ότι όλοι μαζί, χωρίς αποκλεισμούς, αποτελούν εθελούσια μέρος ενός κοινωνικού συνόλου που χαρακτηρίζεται από ισονομία, ισοπολιτεία, διαφάνεια και συμμετοχή. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτές οι κοινότυπες αρχές, στις σύγχρονες κοινωνίες, παύουν σταδιακά να θεωρούνται δεδομένες, τουλάχιστον για μια μεγάλη μερίδα του κοινωνικού σώματος και μετασχηματίζονται σε ριζοσπαστικά προτάγματα που αφορούν και εκφράζουν όλο και μεγαλύτερους αριθμητικά κοινωνικούς σχηματισμούς. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της Ελλάδας.
Και εξηγούμαι: Η πρωτοφανής επέκταση της μεσαίας τάξης στο σύγχρονο δυτικό κόσμο είχε σαν αποτέλεσμα την συσσώρευση των μεγάλων πολιτικών οικογενειών (συντηρητικών, φιλελευθέρων και σοσιαλιστών) στο «κέντρο» με σκοπό την άγρα των αναγκαίων ψηφοφόρων. Με αυτό τον τρόπο και η κοινωνία ομογενοποιήθηκε γύρω από τη μεγάλη καταναλωτική, αστική και μορφωμένη μεσαία τάξη, αλλά και τα πολιτικά κόμματα έπαψαν να εκφράζουν διακριτούς «κόσμους» (κοινωνικές ομάδες, κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής, ακόμα και κουλτούρες) και μετασχηματίστηκαν σε απλές συναθροίσεις ατόμων που η μόνη τους φιλοδοξία είναι να παίξουν κάποιο ρόλο στην διακυβέρνηση της χώρας τους. Σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι και συντηρητικοί μένουν πλέον στις ίδιες γειτονιές, στέλνουν τα παιδιά τους στα ίδια σχολεία, διαβάζουν τις ίδιες εφημερίδες, συχνάζουν στα ίδια στέκια, ερωτεύονται τις ίδιες γυναίκες, κ.ο.κ. Οι καυγάδες τους μοιάζουν όλο και περισσότερο με τις υποχρεώσεις ενός ρόλου, ενώ μετά την παράσταση είναι όλοι φίλοι, ακόμα και συνεργάτες, συνέταιροι κι... εραστές.
Ταυτόχρονα όμως με την ανωτέρω διαδικασία, και εξ αιτίας μιας σειράς παραγόντων όπως π.χ. της παγκοσμιοποίησης, μια άλλη διαδικασία αρχίζει να συντελείται. Σιγά-σιγά στις παρυφές της μεσαίας τάξης αρχίζει να διαμορφώνεται μια άλλη χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική τάξη, αποτελούμενη κυρίως από μετανάστες, αλλά και άνεργους, μεσήλικους απολυμένους, ανειδίκευτους και αμόρφωτους νέους κ.λπ. Σε πολιτικό επίπεδο οι άνθρωποι αυτοί, που δεν εκφράζονται από τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, επιλέγουν συνήθως να αποχωρήσουν από το πολιτικό προσκήνιο είτε δια της αποχής, είτε δια της υπερψήφισης μικρών ακραίων κομμάτων (κυρίως της δεξιάς). Με την γέννηση αυτού του τμήματος του κοινωνικού σώματος και την κατοπινή του συμπεριφορά, διαμορφώνεται πλέον δίπλα στην άτονη και παραδοσιακή διάκριση δεξιάς-αριστεράς, μία άλλη εντονότερη διάκριση - αυτή μεταξύ των «εντός» και των «εκτός» συστήματος. Αυτό το σώμα των «εκτός» διογκώνεται ακόμα περισσότερο από το ρήγμα που εμφάνισε τελευταία η μεσαία τάξη και είχε σαν αποτέλεσμα την προοδευτικά όλο και εντονότερη εμφάνιση της γενιάς των 600 ευρώ. Της γενιάς που παγιδευμένη ανάμεσα στις ακόρεστες ανάγκες της και στην εμφάνιση ενός σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα έχει περισσότερες πιθανότητες να περιπέσει στην κοινωνική κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών παρά να παραμείνει ή να ξεπεράσει το οικονομικό στάτους που απέκτησαν οι γονείς τους. Σε ακόμα μεγαλύτερη διόγκωση του σώματος των «εκτός» οδηγεί επίσης η διαρκώς αυξανόμενη ανικανότητα του διακομματικού, κατεστημένου, πολιτικού προσωπικού να επιλύσει καυτά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα (η ανεργία διαιωνίζεται, η οικολογική υποβάθμιση εντείνεται, η διαφθορά επιμένει, ο πόλεμος, η πείνα, ο αναλφαβητισμός δεν εξαλείφονται) με αποτέλεσμα όχι μόνο την αριθμητική μεγέθυνση των «εκτός» αλλά και την σταδιακή δημιουργία ενός κλίματος οργής, γενικευμένης αμφισβήτησης και ανυπακοής.
Η κατάσταση αυτή, με το κατεστημένο πολιτικό κέντρο να μοιάζει όλο και περισσότερο να υπάρχει μόνο και μόνο για να νέμεται τη διακυβέρνηση, και όχι για να επιλύει τα προβλήματα, οδηγεί στον κλονισμό της νομιμοποίησης των «εντός» του συστήματος. Οι «εκτός», ολοένα και περισσότεροι ολοένα και πιο οργισμένοι, νοιώθουν να ζουν σε μια άδικη κοινωνία και ζητούν πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε μια καλύτερη κατοχύρωση του μέλλοντός τους κι επανένταξή τους στο πολιτικό παιχνίδι. Τα αιτήματα τους δεν είναι άλλα παρά τα αυτονόητα: ασφάλεια, ισονομία, αξιοκρατία, συμμετοχή. Από την άλλη, αυτοί που νέμονται την διακυβέρνηση, οι «εντός», προκρίνουν όλο και περισσότερο την «επικοινωνία» έναντι της πολιτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, τη στασιμότητα έναντι των μεγάλων τομών, και βέβαια όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο χρησιμοποιούν την πανταχού παρούσα αστυνομία για να καταστείλει τους «εκτός» που δεν θέλουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν.
Αυτό συνέβη στη Γαλλία, μετά τις εκλογές αλλά και πριν από αυτές, με τις εξεγέρσεις στις περιφερειακές συνοικίες. Αυτό φοβάμαι ότι θα συμβεί και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα που μπορεί να βαυκαλιζόμαστε ότι έχουμε την καλύτερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ αλλά υπάρχουν πλέον σοβαρές ενδείξεις ότι μπορεί και να μην είναι έτσι τα πράγματα, αφού λείπει η ισονομία (δες παραδικαστικό), αμφισβητείται η ύπαρξη ισοπολιτείας (η αντιπροσώπευση αγοράζεται με τα λεφτά), δεν υπάρχει διαφάνεια και έλεγχος της εξουσίας (δες τους κουμπάρους) ενώ συνάμα όλο και διογκώνεται η τάξη των ανέργων, των αποτυχόντων, των «εκτός». Με αυτό τον τρόπο, ίσως και στη χώρα μας, δεν απέχουμε πολύ από το να βγούμε στους δρόμους φωνάζοντας «Παντού αστυνομία, πουθενά δικαιοσύνη».
(Βασισμένο σε κείμενα των Ν. Ράπτη, Μ. Χρυσοχοίδη, Γ. Βότση).
Ν. Μπιλανάκης
(Αναδημοσίευση από Ηπειρωτικό Αγώνα, 9/5/2007)
Το παραπάνω σύνθημα φώναζαν οι Γάλλοι διαδηλωτές, έμπλεοι αγανάκτησης, την νύχτα που εκλέχτηκε ο κ. Σαρκοζί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Το σύνθημα αυτό, κατά τη γνώμη μου αναδεικνύει όχι μόνο την αιτία των διαμαρτυριών τους αλλά και συμβολοποιεί όλη την ουσία του πολιτικού προβλήματος που εμφανίζουν σήμερα όλες οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.
Αυτό που «λένε» οι Γάλλοι φωνάζοντας το παραπάνω σύνθημα είναι ότι για να αποτελέσει η δημοκρατία ικανοποιητικό πολιτικό περιβάλλον χρειάζονται πολύ περισσότερα από κόμματα, υποψηφίους και εκλογές. Χρειάζεται κυρίως να ενυπάρχει στους πολίτες η βασική αίσθηση ότι όλοι μαζί, χωρίς αποκλεισμούς, αποτελούν εθελούσια μέρος ενός κοινωνικού συνόλου που χαρακτηρίζεται από ισονομία, ισοπολιτεία, διαφάνεια και συμμετοχή. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτές οι κοινότυπες αρχές, στις σύγχρονες κοινωνίες, παύουν σταδιακά να θεωρούνται δεδομένες, τουλάχιστον για μια μεγάλη μερίδα του κοινωνικού σώματος και μετασχηματίζονται σε ριζοσπαστικά προτάγματα που αφορούν και εκφράζουν όλο και μεγαλύτερους αριθμητικά κοινωνικούς σχηματισμούς. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της Ελλάδας.
Και εξηγούμαι: Η πρωτοφανής επέκταση της μεσαίας τάξης στο σύγχρονο δυτικό κόσμο είχε σαν αποτέλεσμα την συσσώρευση των μεγάλων πολιτικών οικογενειών (συντηρητικών, φιλελευθέρων και σοσιαλιστών) στο «κέντρο» με σκοπό την άγρα των αναγκαίων ψηφοφόρων. Με αυτό τον τρόπο και η κοινωνία ομογενοποιήθηκε γύρω από τη μεγάλη καταναλωτική, αστική και μορφωμένη μεσαία τάξη, αλλά και τα πολιτικά κόμματα έπαψαν να εκφράζουν διακριτούς «κόσμους» (κοινωνικές ομάδες, κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής, ακόμα και κουλτούρες) και μετασχηματίστηκαν σε απλές συναθροίσεις ατόμων που η μόνη τους φιλοδοξία είναι να παίξουν κάποιο ρόλο στην διακυβέρνηση της χώρας τους. Σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι και συντηρητικοί μένουν πλέον στις ίδιες γειτονιές, στέλνουν τα παιδιά τους στα ίδια σχολεία, διαβάζουν τις ίδιες εφημερίδες, συχνάζουν στα ίδια στέκια, ερωτεύονται τις ίδιες γυναίκες, κ.ο.κ. Οι καυγάδες τους μοιάζουν όλο και περισσότερο με τις υποχρεώσεις ενός ρόλου, ενώ μετά την παράσταση είναι όλοι φίλοι, ακόμα και συνεργάτες, συνέταιροι κι... εραστές.
Ταυτόχρονα όμως με την ανωτέρω διαδικασία, και εξ αιτίας μιας σειράς παραγόντων όπως π.χ. της παγκοσμιοποίησης, μια άλλη διαδικασία αρχίζει να συντελείται. Σιγά-σιγά στις παρυφές της μεσαίας τάξης αρχίζει να διαμορφώνεται μια άλλη χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική τάξη, αποτελούμενη κυρίως από μετανάστες, αλλά και άνεργους, μεσήλικους απολυμένους, ανειδίκευτους και αμόρφωτους νέους κ.λπ. Σε πολιτικό επίπεδο οι άνθρωποι αυτοί, που δεν εκφράζονται από τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, επιλέγουν συνήθως να αποχωρήσουν από το πολιτικό προσκήνιο είτε δια της αποχής, είτε δια της υπερψήφισης μικρών ακραίων κομμάτων (κυρίως της δεξιάς). Με την γέννηση αυτού του τμήματος του κοινωνικού σώματος και την κατοπινή του συμπεριφορά, διαμορφώνεται πλέον δίπλα στην άτονη και παραδοσιακή διάκριση δεξιάς-αριστεράς, μία άλλη εντονότερη διάκριση - αυτή μεταξύ των «εντός» και των «εκτός» συστήματος. Αυτό το σώμα των «εκτός» διογκώνεται ακόμα περισσότερο από το ρήγμα που εμφάνισε τελευταία η μεσαία τάξη και είχε σαν αποτέλεσμα την προοδευτικά όλο και εντονότερη εμφάνιση της γενιάς των 600 ευρώ. Της γενιάς που παγιδευμένη ανάμεσα στις ακόρεστες ανάγκες της και στην εμφάνιση ενός σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα έχει περισσότερες πιθανότητες να περιπέσει στην κοινωνική κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών παρά να παραμείνει ή να ξεπεράσει το οικονομικό στάτους που απέκτησαν οι γονείς τους. Σε ακόμα μεγαλύτερη διόγκωση του σώματος των «εκτός» οδηγεί επίσης η διαρκώς αυξανόμενη ανικανότητα του διακομματικού, κατεστημένου, πολιτικού προσωπικού να επιλύσει καυτά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα (η ανεργία διαιωνίζεται, η οικολογική υποβάθμιση εντείνεται, η διαφθορά επιμένει, ο πόλεμος, η πείνα, ο αναλφαβητισμός δεν εξαλείφονται) με αποτέλεσμα όχι μόνο την αριθμητική μεγέθυνση των «εκτός» αλλά και την σταδιακή δημιουργία ενός κλίματος οργής, γενικευμένης αμφισβήτησης και ανυπακοής.
Η κατάσταση αυτή, με το κατεστημένο πολιτικό κέντρο να μοιάζει όλο και περισσότερο να υπάρχει μόνο και μόνο για να νέμεται τη διακυβέρνηση, και όχι για να επιλύει τα προβλήματα, οδηγεί στον κλονισμό της νομιμοποίησης των «εντός» του συστήματος. Οι «εκτός», ολοένα και περισσότεροι ολοένα και πιο οργισμένοι, νοιώθουν να ζουν σε μια άδικη κοινωνία και ζητούν πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε μια καλύτερη κατοχύρωση του μέλλοντός τους κι επανένταξή τους στο πολιτικό παιχνίδι. Τα αιτήματα τους δεν είναι άλλα παρά τα αυτονόητα: ασφάλεια, ισονομία, αξιοκρατία, συμμετοχή. Από την άλλη, αυτοί που νέμονται την διακυβέρνηση, οι «εντός», προκρίνουν όλο και περισσότερο την «επικοινωνία» έναντι της πολιτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, τη στασιμότητα έναντι των μεγάλων τομών, και βέβαια όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο χρησιμοποιούν την πανταχού παρούσα αστυνομία για να καταστείλει τους «εκτός» που δεν θέλουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν.
Αυτό συνέβη στη Γαλλία, μετά τις εκλογές αλλά και πριν από αυτές, με τις εξεγέρσεις στις περιφερειακές συνοικίες. Αυτό φοβάμαι ότι θα συμβεί και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα που μπορεί να βαυκαλιζόμαστε ότι έχουμε την καλύτερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ αλλά υπάρχουν πλέον σοβαρές ενδείξεις ότι μπορεί και να μην είναι έτσι τα πράγματα, αφού λείπει η ισονομία (δες παραδικαστικό), αμφισβητείται η ύπαρξη ισοπολιτείας (η αντιπροσώπευση αγοράζεται με τα λεφτά), δεν υπάρχει διαφάνεια και έλεγχος της εξουσίας (δες τους κουμπάρους) ενώ συνάμα όλο και διογκώνεται η τάξη των ανέργων, των αποτυχόντων, των «εκτός». Με αυτό τον τρόπο, ίσως και στη χώρα μας, δεν απέχουμε πολύ από το να βγούμε στους δρόμους φωνάζοντας «Παντού αστυνομία, πουθενά δικαιοσύνη».
(Βασισμένο σε κείμενα των Ν. Ράπτη, Μ. Χρυσοχοίδη, Γ. Βότση).
Ν. Μπιλανάκης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)